βοιωταρχία

βοιωταρχία, η (Α) [βοιωτάρχης]
το αξίωμα του βοιωτάρχη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Βοιωταρχίᾳ — Βοιωταρχίαι , Βοιωταρχία office of Boeotarch fem nom/voc pl Βοιωταρχίᾱͅ , Βοιωταρχία office of Boeotarch fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωταρχίας — Βοιωταρχίᾱς , Βοιωταρχία office of Boeotarch fem acc pl Βοιωταρχίᾱς , Βοιωταρχία office of Boeotarch fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωταρχίαν — Βοιωταρχίᾱν , Βοιωταρχία office of Boeotarch fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.